Διαβάστε την Στείριδα και το Στείρι στο wordpress.com κάνοντας κλικ στους παρακάτω συνδέσμους

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Πρόσκληση σε Γεύμα.

Συγγραφή: e-Apenanti

Στρώθηκε η Τράπεζα. Ετοιμάσθηκαν τα εδέσματα. Το συμπόσιο μπορεί να καυχηθεί σαν το λαμπρότερο ανά την υφήλιο. Η Κρίση είναι η μητέρα όλων των μαχών. Προσφέρει ευκαιρίες, σαν τούτο δώ το γεύμα.

Νάτοι λοιπόν οι εκλεκτοί και οι κλητοί. Στο ένα σαλόνι οι μέν, στο άλλο οι δέ. Πληθύς κοράκων αρπαχτικών συνωστίζεται πέριξ της μεγάλης τραπεζαρίας. Μυριάδες αυλοκόλακες, φιλόδοξοι συνδαιτημόνες των εκλεκτών συνωστίζονται στον προθάλαμο. Και διατίθεται πληθύς εδεσμάτων.

1730 οικονομικοί αυτόχειρες στα δύο χρόνια της Μάχης, τα εκλεκτά θηράματα για το τραπέζι του οικοδεσπότη. Δαφνοστέφανα των κυνηγών του. Και είναι αυτοί που καταχωρήθηκαν σε στατιστικές φρίκης, που όλο και λαξεύονται για να μην χαλάσουν οι ισορροπίες, να μη διαταραχθεί η προσφορά και η ζήτηση.

1500 άνεργοι κάθε μέρα φρέσκια σοδειά του Οκτώβρη είναι το ορεκτικό. Ανοίγει την όρεξη και το δρόμο για τα περαιτέρω: Και καθ' οδόν προς τον Καιάδα περιμένουν: Τραπεζίτες να τους πάρουν τα σπίτια, κοινωνικοί λειτουργοί να τους κόψουν την ασφάλιση, δουλέμποροι να διαλέξουν τους πιο μεστούς για δουλικά τους.

20.000 νεοάστεγοι περιμένουν την ελεημοσύνη για να βρούν ένα πιάτο φαί, λίγη ζεστασιά, λίγη περίθαλψη. Θίασος και πεδίο ελεημοσύνης λαμπρό για τους εκλεκτούς καλεσμένους του οικοδεσπότη.

Και είναι πολλοί άλλοι αντάμα: ψυχές σε κατάθλιψη, οικογένειες σε σκοτάδια και ερέβους, επαγγελματίες στροβιλιζόμενοι στη δίνη των αγορών, νέοι με καρφωμένα τα μάτια στο άπειρο μηδέν, χωριά που ανυπομονούν να διαγραφούν από το χάρτη, δρόμοι πόλεων χωρίς ίχνη ανθρώπινης παρουσίας, σχολεία βουβά, εργαζόμενοι κοιτώντας πότε την πόρτα της εξόδου, πότε ψηλά το ταβάνι και πότε κάτω στο πάτωμα για να κρύψουν τα δάκρυά τους.

Αυτό το μενού της ανάπτυξης και της ευημερίας, πούταξαν σε όλους, ήταν για λίγους, πολύ λίγους. Όλοι τους γνωστοί, στρώνονται στο τραπέζι της απόλαυσης, μακαρίζοντες τον οικοδεσπότη και τους σπόνσορές του.

Και παρά δίπλα, στον προθάλαμο, άλλο τραπέζι στρωμένο για τους κλητούς, αυτοί με σαλιάρες όπως απαιτεί και το savoir vivre. Κόκκαλα θα περισσέψουν πολλά, να γλείψουν και να χορτάσουν. Και πάντα να λοξοκοιτάζουν στην μεγάλη των εκλεκτών τράπεζα, ευελπιστώντες σε μια πρόσκληση ΑΑΑ. Κόκκαλα και λίγο από το επιδόρπιο, να γλυκάνει ο νούς των, να ντοπάρει την προδοσία του, να ανταμείψη το δράσκελο. Του πικραμένου κυρ Κουβέλη και του πειναλέου κυρ Ψαρριανού.

Κόκκαλα έχει να γλείψουν οι πάντες λοιποί: ο κυρ Κώνστας, ο κυρ Προτοσάλτε, ο κυρ Μπάμπης Παπαδημητρίου, ο κύριος Οικονομέας, ο κύριος Τσίμας. Η Όλγα και οι λοιποί κάθονται εξ ευωνύμων του οικοδεσπότη. Αξιολόγηση ΑΑΑ.

Και αρχίζει η πανδαισία. Τι κι' αν οι ψυχές των οικονομικών αυτόχειρων φτερουγίζουν πάνω από την τράπεζα, ανάμεσα στα σερβίτσια τους, πάνω από την άχνα του οίνου τους. Ουδέν πρόβλημα, κόκκινες γραμμές δεν υπάρχουν, πρέπει το τραπέζι νάναι πάντα γιομάτο από θηράματα.

Και το μέλλον προοιωνίζεται λαμπρόν. Για να χωρέσουν κι' άλλοι στη μεγάλη τράπεζα του οικοδεσπότη των Αγορών. Μόλις η σαλιάρα μουσκέψει για τα καλά, θα αδειάσουν θέσεις στον προθάλαμο και θα χωρέσουν κι' άλλοι. Και όσο πληθαίνουν οι εκλεκτοί και οι κλητοί, πληθαίνουν και τα εδέσματα. Αλλά και η ποικιλία ολοένα και θα αναβαθμίζεται. Τόταξαν οι μεγάλοι του οικοδεσπότη σπόνσορες.

Και θα δούν πράγματα και θαύματα μέσα στα πιάτα τους, τους εμήνυσαν οι σπόνσορες. Και τους εμήνυσαν συνάμα να φουρκιστούν να βρούν και άλλες σπεσιαλιτέ, ειδεμή θα τους κάνουν εδέσματα στο δικό τους τραπέζι. Όπως μερικές θρηνούσες Μαγδαληνές, μιας εξ' αυτών εσχάτως εκπεσούσης στον …σοσιαλισμό. Εμπαιζόμενη και λοιδωρούμενη για την ανικανότητά της.

Κάθε γεύμα τους ένα σκαλί πιο κάτω: για τους μη-εκλεκτούς και τους μη έχοντες θέληση να κληθούν. Συνάμα και ένα σκαλί πιο πάνω οι ψυχές τους. Γιατί ο σφαγιασμός τους κάποια ημέρα θα λεκιάσει με το αίμα τους το λινό τραπεζομάντηλο, δηλητήριο θα γίνει χυμένο στα κρυστάλλινα ποτήρια τους. Εφιάλτης στα όνειρά τους.

Δεν μπορεί, ένας πόλεμος ακήρυκτος να μένει πάντα στα μισά. Όσο οι μάχες κρατούν, όσο οι μάχαιρές των θερίζουν, τόσο πιο σκοτεινές θα γίνονται και οι νύχτες τους. Και κάποια νύχτα, χωρίς προβολείς και μές στο σκοτάδι, θα δούν τις σκιές των σφαγιασθέντων να τους επισκέπτονται, κρατώντας τη σπάθα της εκδίκησης και της δικαιοσύνης.

φωτογραφία: σκηνή από την Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας (Λ. Μπονιουέλ).
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: