Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Κατασκευασμένες α-λήθειες ……

της  Μάγιας Σταυροπούλου*
.......Επειδή το λένε όλοι, δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια. 
Η αληθινή αλήθεια δεν είναι αυτή! 
Είναι άλλη!...  
Τριβιζάς Ευγ., Η τελευταία μαύρη γάτα, Ελληνικά Γράμματα, 2001, σ.143

Οι σκέψεις που ακολουθούν προέκυψαν με αφορμή τη θέση που παίρνουν απέναντι στα πράγματα της σημερινής τραγικής συγκυρίας άνθρωποι γνωστοί μας, γείτονες, συνάδελφοι, φίλοι, συχνά και πολύ αγαπημένα στον καθένα μας πρόσωπα, που για λόγους δυσεξήγητους, έχουν με απόλυτο και συχνά εμπαθή τρόπο τοποθετηθεί στο απέναντι στρατόπεδο.

Μιλώ γι αυτούς τους συν-πάσχοντες συμπολίτες δεύτερης κατηγορίας τούτης της χώρας, που ανήκουν στην πολύπαθη τραυματισμένη πλειοψηφία αυτού του λαού, λειτουργούν ωστόσο ανυποψίαστοι ως δεκανίκια των δημίων της, εγκλωβισμένοι στη δίνη ενός ιδεολογικά μεθοδευμένου και με δεξιοτεχνία καλλιεργημένου «κοινωνικού αναλφαβητισμού». 



Μιλώ γι αυτούς που, στη δίνη των πυρών που δέχονται ανελέητα όλες οι λαϊκές κοινωνικές ομάδες από τη μεσαία τάξη και κάτω, αποδίδουν τις ευθύνες για τον κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό Αρμαγεδδώνα  στην εκάστοτε κυβερνητική κακοδιαχείριση,  τη δυσλειτουργία και την αναποτελεσματικόητα του κράτους, τη διαπλοκή και τη διαφθορά των πολιτικών συνδαιτημόνων ακόμη και τη συνενοχική λογική του «μαζί τα φάγαμε», καθώς μπορεί να έχωσαν στην τσέπη τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο λίγα από τα ψίχουλα που τους πέταξαν κλέβοντάς τους το καρβέλι,  ωσάν τα φαινόμενα αυτά, τα όντως υπαρκτά και ένοχα να είναι αυτοφυή και αυθύπαρκτα, ξεκομμένα από την ιδεολογική μήτρα που τα γεννά και τα θρέφει. Εκλαμβάνουν έτσι την εικόνα των συμπτωμάτων ως αιτία της παθογένειας πλανόμενοι από τους ασκούντες την πολιτική, κοινωνική και επικοινωνιακή εξουσία, οι οποίοι αποκρύπτουν συστηματικά και με επιμέλεια πως είναι το ίδιο το σύστημα που νοσεί στο σύνολό του και πως το νόσημα είναι αυτοάνοσο, το παράγει το ίδιο το σύστημα.  Εκτιμούν έτσι ως συνωμοσιολογία  τις πραγματικές, τις ουσιαστικές αιτίες του, που αφορούν στη δομική κρίση του καπιταλιστικού συστήματος στη χειρότερη μάλιστα μορφή του, αυτήν του σύγχρονου ολοκληρωτικού  νεοφιλελευθερισμού.


Στοχοποιούν λοιπόν και αναθεματίζουν τον «τεμπέλικο», ανεπρόκοπο και αναξιολόγητο  δημόσιο τομέα – δημόσιο υπάλληλο, δημόσιο εκπαιδευτικό, δημόσιο γιατρό και νοσηλευτή, εφοριακό, δικαστή και εν γένει δημόσιο  λειτουργό --  που ανά επαγγελματική ομάδα διαχωριζόμενος πληρώνεται πολύ περισσότερο «από όσο θα του άξιζε» άσε που «δεν τον ελέγχει και κανείς».


Χωρίς βέβαια να συλλογιστούν και να αναλογιστούν  τους  μέντορες αυτού του συστήματος  που με γνώση και περισσή φροντίδα διέφθειραν μυαλά και συνειδήσεις  ασελγώντας πάνω στο σώμα του κοινωνικού κράτους και του δημόσιου τομέα, που οι ίδιοι έστησαν « κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν της δικής τους αθλιότητας » για να υπηρετήσουν μέσω αυτού τους κρατικοδίαιτους κεφαλαιοκράτες και τη διαπλεκόμενη άρχουσα τάξη και για να αποζημιώσουν το δικό τους κομματικό, ρουσφετολογικό πελατειακό συρφετό πλην όμως να το καταστήσουν εντέλει αποδιοπομπαίο τράγο και να το αποκαθηλώσουν πανηγυρικά παραδίδοντας στη  λαϊκή μήνιν δικαίους και αδίκους.


Καλό είναι όμως να θυμόμαστε πως ό,τι στέκεται ακόμη όρθιο σε αυτό τον ταλαίπωρο αποστηματικό  δημόσιο τομέα οφείλεται στο μεράκι και την προσπάθεια του δάσκαλου  κάθε βαθμίδας που αγωνίζεται καθημερινά να κρατάει πραγματικά ανοιχτό  το « απογυμνωμένο » και απαξιωμένο δημόσιο σχολείο  ή στο φιλότιμο και την απλήρωτη υπερωρία του γιατρού και του νοσηλευτή που παλεύει με διπλοβάρδιες και δανεικές γάζες να προσφέρει περίθαλψη  στο ρημαγμένο δημόσιο νοσοκομείο και εν γένει στην προσπάθεια και την  αξιοπρεπή στάση του εργαζόμενου που ανάγει το έργο του σε λειτούργημα μέσα σε συνθήκες πλήρους αδιαφορίας και απαξίωσης από τους «αρμοδίους».


Μιλώ γι αυτούς τους ίδιους που ως συνέπεια της συλλογιστικής τους εξυμνούν την ανταγωνιστικότητα, την ανταποδοτικότητα , την προβολή της ατομικής προσπάθειας, την ιδεολογία και την πρακτική του «ο σώσων εαυτόν σωθήτω»  ως μονόδρομο για την επιτυχία  στη ζωή απαξιώνοντας ταυτόχρονα κάθε πνεύμα συλλογικής και αλληλέγγυας τακτικής ως μη ρεαλιστικής, στην καλύτερη περίπτωση. Επιρρεπείς σε έναν ιδιότυπο «αυτισμό», χωρίς συχνά να το συνειδητοποιούν, προσανατολισμένοι αν όχι ήδη κυριευμένοι από τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, ακολουθούν ο καθένας τη δική του «ιδιωτική οδό».


Ως επακόλουθο λοιπόν υιοθετούν τους χαρακτηρισμούς του «κοπρίτη» , του «τεμπέλη» και του χαραμοφάη. Προσυπογράφουν τις δηλώσεις του τύπου « ένα εκατομμύριο δημόσιοι υπάλληλοι ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια Έλληνες». Υπερθεματίζουν την αναγωγή των διαφόρων κλάδων εργαζομένων σε «συντεχνίες» που επιβουλεύονται τα συμφέροντα της κοινωνίας και ανακόπτουν τις ευγενείς προσπάθειες των κυβερνώντων για τη σωτηρία της χώρας. Αδημονούν για την καθυστέρηση των « μεταρρυθμίσεων » και των « διαρθρωτικών αλλαγών » που θα « νοικοκυρέψουν » τον τόπο.  Χειροκροτούν τις εξαγγελίες για «αξιολόγηση», από ποιους και με ποιο προσανατολισμό και στόχο άραγε,  για «άρση της μονιμότητας», με βάση ποια θεωρία, ποια λογική και ποιο συμφέρον άραγε, ίσως και για απολύσεις, γιατί όχι, βαυκαλιζόμενοι  πως ο καλύτερος, ο άξιος, ο πρώτος  «θα πάει μπροστά» από ποιον άραγε, τον συνάδελφο, το συνάνθρωπο, το συμπολίτη που έτσι γίνεται ανταγωνιστής, αντίπαλος, εχθρός και με ποιο στόχο άραγε, την εξυπηρέτηση ενός «περιβάλλοντος » Αγορών, Κέρδους και Χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας και βέβαια απόλυτης μοναξιάς, καθώς στο σκηνικό αυτό δεν θα μπορούμε πλέον να μιλάμε για «κοινωνία».


Μιλώ λοιπόν γι αυτούς τους συν-εργαζόμενους, για το συνάδελφο  που δεν απεργεί έχοντας πείσει τον εαυτό του ότι η απεργία εξυπηρετεί τον εναλλασσόμενο κυβερνητικό συνδικαλισμό, χωρίς όμως ποτέ ο ίδιος να έχει λειτουργήσει με τη στάση του στην κατεύθυνση της πάλης για τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα συμμετέχοντας ενεργά και δίνοντας το δικό του στίγμα στους αγώνες, ενώ παράλληλα αναθεματίζει τον απεργό της άλλης επαγγελματικής ομάδας που του δυσκολεύει προσωρινά την καθημερινότητα, χωρίς να είναι σε θέση να φανταστεί πόσο ενδεχομένως ο αγώνας αυτός υπηρετεί και το δικό του συμφέρον.


Μιλώ γι αυτούς ακόμη που δεν έχουν υποψιαστεί πως και στο δικό τους επαγγελματικό-εργασιακό μικρόκοσμο, στον κλάδο τους τα κεκτημένα καταργούνται, η έννοια του θεσμοθετημένου εργασιακού δικαιώματος δεν υφίσταται πλέον, μένουμε όλοι έκθετοι, μόνοι και ο ένας απέναντι στον άλλον, σε συνθήκες εργασιακής ατομικής γαλέρας όπου ο συνάδελφος γίνεται αντίπαλος  στο διαρκές κυνήγι μιας άθλιας οριακής επιβίωσης με όρους κοινωνικού κανιβαλισμού, στην υπηρεσία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.


Αρκεί απλά να σκεφτούμε για παράδειγμα κάνοντας ένα μικρό, πολύ μικρό άλμα στο χρόνο, τα γεγονότα εξελίσσονται  τόσο γρήγορα, ραγδαία, που μας ξεπερνούν, το εργασιακό περιβάλλον του «Νέου Σχολείου» καθώς  κάποιοι από εμάς τους ίδιους, όντας στην εκπαίδευση, θα κληθούμε να συμπράξουμε στην παραγωγή του. Είναι αυτό, όπου οι δάσκαλοι και οι καθηγητές εξαθλιωμένοι, μίζεροι, πένητες και καταθλιπτικοί θα αλληλοδιαγκωνίζονται για να κερδίσουν πόντους στην εύνοια του διευθυντή-αξιολογητή καθώς ο εφιάλτης της ανεργίας θα είναι ο μόνιμος συνδαιτυμόνας της αίθουσας του συλλόγου διδασκόντων,  θα συνυπογράφει τα πλαφόν του ποσοστού των εκπαιδευτικών που θα προάγονται, θα μετατάσσονται ή θα απολύονται, τα εξαντλητικά ωράρια, τις «και (ε)νοτόμες δράσεις», τις υποχρεωτικές υπερωρίες, τις απλήρωτες μετακινήσεις εντός και εκτός νομού,  θα υπονομεύει τη συναδελφική σχέση, θα ακυρώνει την αλληλέγγυα στάση, θα κουρελιάζει την αξιοπρέπεια, θα εκμηδενίζει το ηθικό. Η απόλυτη μοναξιά σε ένα λυσσαλέο αγώνα οριακής επιβίωσης.


Σε κάθε περίπτωση πάντως θα βρεθούν συμμέτοχοι και συνένοχοι στο στήσιμο του σκηνικού αυτού, είτε με τη συναίνεση, είτε με την αδιαφορία τους, από όποια θέση και αν βρίσκονται .


Σημασία έχει να καταλάβουμε πως ο ατομικός δρόμος οδηγεί σε αδιέξοδο. Να δούμε τους εαυτούς μας ως μέρη ενός συνόλου και όχι ως άθροισμα μονάδων. Να συνειδητοποιήσουμε πως το προσωπικό καλό δεν μπορεί να βρεί τη θέση του και να ανθίσει παρά μόνο μέσα στο κοινό καλό, εκεί που ο καθένας μας αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στα μάτια των διπλανών του αλλά και μέσα στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον του, δηλαδή ως κρίκο της αλυσίδας αυτού του κόσμου.
  • Ας κοιτάξουμε  λοιπόν κατάματα την πραγματικότητα, τον εαυτό μας, τους γύρω μας. 
  • Ας μην τους αφήσουμε να υποτιμούν τη νοημοσύνη μας, να εκμαυλίζουν το ήθος και την ψυχή μας. 
  • Ας μην τους επιτρέψουμε να χειραγωγήσουν την αντίληψή μας για την αλήθεια.
  • Ας μην παραδοθούμε εντέλει στην αποδόμηση της ανθρώπινης υπόστασής μας.
  • Ας αναλάβουμε τις ευθύνες μας για να γράψουμε εμείς το ΤΕΛΟΣ αυτής της βαρβαρότητας και την ΑΡΧΗ μιας νέας διαφορετικής ελπιδοφόρας πραγματικότητας.

«Μην τους αφήνεις να κλέβουν το φως
  μην παραδίνεσαι χωρίς μάχη….
  Μη μου λες ότι δεν υπάρχει καμιά ελπίδα.
  Ενωμένοι στεκόμαστε όρθιοι,
  διασπασμένοι θα πέσουμε.
  Γκρεμίστε το τείχος.»
Hey You,  από το «Wall» (1979) των Pink Floyd
*εκπαιδευτικός.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: