Γράφει ο Γιώργος Δαμιανός
Η λέξη Τσίπα σημαίνει πέτσα, δέρμα καθώς και κρούστα στην επιφάνεια των υγρών. Μεταφορικά δηλώνει την ηθικότητα, τη σεμνότητα. Ο ξετσίπωτος είναι ο άνθρωπος που δεν έχει δέρμα (μεταφ. δίχως κανένα ηθικό φραγμό). Αγνώστου ετύμου. Άλλοι θεωρούν ότι είναι, πιθανόν, σλαβικής προέλευσης (tsipa), ενώ άλλοι το συνδέουν με το μεσαιωνικό τσεμπέρι (στη Λευκάδα τσίπα είναι το μαύρο ή το καφέ κεφαλομάντηλο των γυναικών), ή με τη σίφα του Ησύχιου (υμένες που καλύπτουν το πρόσωπο του εμβρύου). Στην ποντιακή διάλεκτο “τσίπα” σημαίνει ομφαλός
